Είναι γεγονός ότι σε αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες παρατηρείτε ένα χάσμα μεταξύ της εκπαίδευσης και των αναγκών εργασίας. Αυτό είναι κάτι που έχει φανεί τώρα που η οικονομική κρίση έχει ασκήσει σημαντική επίδραση στη μετάβαση των νέων από το σχολείο ή το πανεπιστήμιο στην αγορά εργασίας. Η Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα το ευρωπαϊκό Δίκτυο Πληροφοριών «ΕΥΡΥΔΙΚΗ» λαμβάνοντας υπόψη το εν λόγω θέμα, δημοσίευσε τα συμπεράσματα της έκθεσης «Νέες δεξιότητες για νέες εργασίες», για την σύνταξη της οποίας εργάστηκαν 24 χώρες των οποίων οι διαβουλεύσεις παρείχαν μια μοναδική ευκαιρία να συγκεντρωθούν οι πληροφορίες για τις πρόσφατες εθνικές εξελίξεις όσον αφορά στην πρόβλεψη δεξιοτήτων και την προσαρμογή τους στις αντίστοιχες ανάγκες εργασίας και κατάρτισης.
 
Τα συμπεράσματα της έκθεσης ήταν:
  • προτροπή περισσότερων χωρών στη λήψη μέτρων για περαιτέρω βελτίωση των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης καθώς και ικανοποίηση των αναγκών εργασίας     
  • ουσιαστικά όλες οι ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν την ικανότητα τους να προβλέψουν, να προλάβουν και να ταιριάξουν τις ανάγκες δεξιοτήτων με την εργασία, 
  • οι περισσότερες χώρες στηρίζονται σε συγκεκριμένους θεσμικούς μηχανισμούς γεφυρώνοντας τους κόσμους της εκπαίδευσης και της απασχόλησης μέσω της συνεργασίας και της εταιρικής σχέσης, και 
  • οι στρατηγικές που συνδέουν την εκπαίδευση και την κατάρτιση με την αγορά εργασίας λαμβάνουν ποικίλες μορφές που κυμαίνονται από τα περιεκτικά μέτρα ως περισσότερες στοχοθετημένες προσεγγίσεις, π.χ. μεταρρύθμιση προγράμματος σπουδών, εκπαίδευση και κατάρτιση δασκάλων και εκπαιδευτών, αξιολόγηση σπουδαστών και ποιοτική διαχείριση. 
 
Η έκθεσης άρχισε το 2008 με σκοπό την καλύτερη πρόβλεψη δεξιοτήτων για την τόνωση της απασχολησιμότητας μέσω μιας καλύτερης συνεργασίας μεταξύ εργασίας και εκπαίδευσης. Σύμφωνα με την έκθεση πολλές αγορές στην ΕΕ χρειάζονται μεταρρυθμίσεις για να λειτουργήσουν καλύτερα ενώ εκτιμάται ότι οι θέσεις για άτομα υψηλής ειδίκευσης αναμένεται να αυξηθούν κατά 16 εκατομμύρια μέχρι το 2020 και οι θέσεις εργασίες που προορίζονται για εργαζόμενους χαμηλής ειδίκευσης, θα μειωθούν κατά 12 εκατομμύρια περίπου.